.ένα

ἕνα , ἕνος
belonging to the former of two periods
neut nom/voc/acc pl
ἕνᾱ , ἕνος
belonging to the former of two periods
fem nom/voc/acc dual
ἕνᾱ , ἕνος
belonging to the former of two periods
fem nom/voc sg (doric aeolic)
ἕνα , εἷς
sem
masc acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔνα — ἔνᾱ , νάω flow imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ένα — (Enna). Πόλη (29.100 κάτ. το 2001) της Ιταλίας στην κεντρική Σικελία, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας (2.562 τ. χλμ., 177.291 κάτ.). Είναι χτισμένη στις πλαγιές των ορέων Ερέι. Αποτελεί αγορά γεωργικών προϊόντων, ενώ προσελκύει και πολλούς… …   Dictionary of Greek

  • ἕνα — ἕνος belonging to the former of two periods neut nom/voc/acc pl ἕνᾱ , ἕνος belonging to the former of two periods fem nom/voc/acc dual ἕνᾱ , ἕνος belonging to the former of two periods fem nom/voc sg (doric aeolic) εἷς sem masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ένα — [эна] αριθμ. один …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ένα — το ουδ. του αριθμού ένας (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑνά — ἑνάς unit fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἔνα... ἀλλά λέοντα. — ἔνα... ἀλλά λέοντα. См. Редко, да метко …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ένας, μία, ένα — [энас, миа, эна] …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • επιστήμη — Ένα σύνολο γνώσεων με αντικειμενικό κύρος. Ως γνώση ορίζεται η δυνατότητα διάκρισης των αντικειμένων στα οποία αποδίδονται τα ίδια χαρακτηριστικά μέσα σε ένα ορισμένο σύνολο. Αυτό το σύνολο μπορεί να είναι σχετικό με ειδικές καταστάσεις σε μία… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Αρχαιολογικό Λευκάδας — Ένα από τα ομορφότερα μικρά αρχαιολογικά μουσεία της Ελλάδας λειτουργεί από το 1999 στο νεόδμητο κτίριο του Πολιτιστικού Κέντρου της Λευκάδας. Μπορεί τα ευρήματα της συλλογής του να μην είναι από τα σπουδαιότερα της ελληνικής αρχαιότητας, είναι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.